Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

Κλειδί και σεντούκι

Μια φορά κι έναν καιρό ένας άντρας βρήκε ένα κλειδί μέσα στη θάλασσα. Το κράτησε.

Μια μέρα, χρόνια μετά, το χάρισε στην αγαπημένη του κορούλα λίγο πριν ξεψυχήσει.

"Τι είναι αυτό πατέρα;" ρώτησε εκείνη

"Δε ξέρω, αλλά ίσως κάποιος το έχει χάσει και είναι πολύτιμο. Αν κάποια μέρα αισθανθείς πως συναντήσεις τον άνθρωπο που έχει το σεντούκι με τον κρυμμένο θησαυρό, δώσε το κλειδί." της ψιθύρισε

Η κόρη φόρεσε στο λαιμό το κλειδί με μια μεταλλική αλυσίδα.

Ένα πρωινό, τα μάτια της συνάντησαν το βλέμμα ενός άντρα. Το κλειδί ζεστάθηκε πάνω στην καρδιά της. Ένιωσε πως εκείνο το κλειδί ήταν το κλειδί της δικής της καρδιάς. Ήταν το κλειδί του έρωτα! Ταυτόχρονα ήταν το κλειδί εκείνου του άντρα!

Έβγαλε το μενταγιόν από το λαιμό της και το χάρισε στον άντρα. Ο άντρας είχε ένα σεντούκι στο σπίτι του. Είχε βρει μικρός έναν κρυμμένο θησαυρό σε μια σπηλιά. Στην ίδια παραλία που ο πατέρας της κοπέλας είχε βρει το κλειδί. Μόνο που το κλειδί ήταν στο βυθό της θάλασσας, ενώ το σεντούκι ήταν κρυμμένο σε μια σπηλιά.

"Αυτό το κλειδί είναι δικό σου." είπε η κοπέλα στον άντρα και του έδωσε το κλειδί.

"Μίλησε το κλειδί στην καρδιά μου και μου είπε πως σου ανήκει. Ενεργοποίησε την καρδιά μου και σε ερωτεύθηκα. Δε μπορώ να το κρατήσω για μένα. Σου ανήκει. Σε περιμένει ένας θησαυρός και είναι δικός σου. Έχεις πολύ σκοτάδι μέσα σου. Αυτό είναι το φάρμακό σου."

Ο σκοτεινός άντρας ξεκλείδωσε το σεντούκι και είδε το θησαυρό. Ήταν ένας ήλιος! Τον τύφλωσε! Τον μέθυσε! Οι ακτίνες του ήλιου πέρασαν κάτω από το δέρμα του, μπήκαν στα μάτια του κι απορροφήθηκαν στο κορμί του. Ήταν ένας ήλιος διαφορετικός αυτός. Ήταν το φως του Θεού.Ο άντρας απέκτησε το χαμένο του φως!

"Είχες κακία και δόλο" φώναξε στην κοπέλα

"Μου έδωσες το κλειδί για να μη πεθάνω ποτέ. Με εκμεταλλεύτηκες. Δε με ρώτησες."

Η κοπέλα στεναχωρήθηκε. Χρόνια περίμενε να συναντήσει εκείνο το πλάσμα που είχε στην κατοχή του το σεντούκι.Το κλειδί είχε ζεστάνει την καρδιά της.Τον είχε αγαπήσει.Το κλειδί της έδειξε τον άντρα που έπρεπε να απορροφήσει εκείνον τον ήλιο.

"Άκου. Αν κοιτάξεις το σεντούκι καλά, θα δεις χαραγμένα στο πλάι δύο ονόματα.Το δικό μου και το δικό σου. Είναι γραμμένα με το δικό μου γραφικό χαρακτήρα. Μην απορείς.

Κάποτε, πριν γεννηθώ, κατέβασα αυτό το σεντούκι από το σπίτι του Θεού. Διάλεξα την παραλία που το βρήκες και το έκρυψα.Ύστερα βούτηξα στο νερό και χάθηκα. Πέταξα το κλειδί στο βυθό. Ήθελα να το βρει ο πατέρας μου.

Άφησα ένα ξόρκι στο νερό. Ήθελα οι δύο σημαντικοί άντρες στη ζωή μου να συναντηθούν κατά κάποιο τρόπο. Αυτοί οι δύο άντρες πάντα γνωρίζονταν μέσα στο χρόνο. Το κλειδί ήταν δικαιολογία. Εσύ και ο πατέρας μου κάποτε πάψατε να μιλάτε, ενώ ήσασταν αγαπημένοι. Σου έριξε ευθύνες για το θάνατό μου.Ήθελα να ηρεμήσουν οι ψυχές σας.Να συγχωρήσει ο ένας τον άλλο.

Ο πατέρας μου με το κλειδί μου χάρισε τον έρωτα. Χωρίς το κλειδί δε θα είχε ζεσταθεί η καρδιά μου. Σε αναγνώρισα αμέσως. Εσύ, αγάπησες τον πατέρα μου από τα λεγόμενά μου. Είχε δώσει σε μένα το κλειδί. Αγάπησες κι εκείνον! Οι ψυχές σας πλέον ηρέμησαν.

Μπορούσα να έχω καταπιεί τον ήλιο και να στον δώσω στα χείλη, χωρίς κλειδί και σεντούκι. Χωρίς ένα σενάριο.Πάντα ήξερα ποιος είσαι και σε έψαχνα. Ήθελα να υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στον πατέρα μου και σε σένα. Έγινες αθάνατος εσύ κι ο πατέρας μου μαζί.

Ο πατέρας μου δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια. Δε θα κατανοούσε.

Μάτια μου, εγώ ήμουν πάντα αθάνατη. Γεννήθηκα για να ηρεμήσω τις ψυχές σας και να σας έχω μαζί μου. Βλέπεις, φροντισα να γεννηθεί ο πατέρας μου πρώτα, μετά εσύ και μετά εγώ. Ταχτοποίησα τα πάντα, γιατί οι ψυχές σας είχαν εκκρεμότητες. Πάντα σας αγαπούσα και τους δυο.

Ήμουν η γυναίκα σου μέσα στο χρόνο. Πάντα ήμουν ερωτευμένη μαζί σου. Δε θα σε άφηνα με σκοτάδι. Σε συγχωρώ για τα λόγια σου. Με αδίκησες. Σε αγαπώ!"

Η γυναίκα έβγαλε φτερά και πέταξε ψηλά. Ο άντρας συνειδητοποίησε πως η γυναίκα έλεγε την αλήθεια. Όλα αυτά τα χρόνια είχε δει όνειρα που την τοποθετούσαν αναξήγητα μέσα σε αυτά.

Φώναξε το όνομά της δυνατά.

"Σε αγαπώ" ψιθύρισε

Τον άκουσε μέσα από την καρδιά της. Πάντα του μιλούσε μέσα από αυτή. Το μόνο που περίμενε τόσο καιρό ήταν να το ψιθυρίσει στο αυτί της. Το έκανε μόνο τη στιγμή που ξεκλείδωνε το σεντούκι.Το έκανε την ώρα που ο ήλιος μπήκε μέσα στην καρδιά του.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!


Σόφη Λύσσαρη
καθ.δημιουργικής γραφής
copyright 14-3-18
κατηγορία: μεταφυσικό παραμύθι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου