Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

-Γιατρέ μου είδα ένα όνειρο. Κοιμόμουν βαθιά και κάποιος άγγιξε με την παλάμη του το κεφάλι μου. Ξαφνικά ξύπνησα από το βαθύ αυτό ύπνο που έμοιαζε με θάνατο. Δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Μπροστά μου όμως είδα εκείνη. Κάποια μου θύμιζε, αλλά δεν ήξερα ποια. Κάποια που αγαπούσα κι εμπιστευόμουν. Αυτό ένιωσα…

Ένας φωτεινός άντρας άγγιξε τα χέρια της. Δε ξέρω γιατί. Τον αναγνώρισα, Ω Χριστέ μου...Δεν είναι δυνατόν...Εκείνη χαμογέλασε στο φωτεινό άντρα, τον άγγιξε φιλικά στον ώμο κι έκανε υπόκλιση. Γιατί; Μα τόση οικειότητα με Κείνον; Πώς; Τι συνέβαινε; Πού ήμουν;

Τα ‘χασα ...Εκείνη ήρθε από πίσω μου. Με άρπαξε σφιχτά από τη μέση τυλίγοντας τα δυο της χέρια γύρω από αυτήν.Ένιωσα τη μυρωδιά της. Ήταν μια μυρωδιά γιασεμιού, ροδόνερου, άγριου εξωτικού λουλουδιού... Με μάγεψε...Μου θύμισε κάτι, αλλά δε ξέρω τι. Η ανάσα της καυτή.. κι ο αέρας της αναπνοής της διαπέρασε τα σωθικά μου. Ανατριχίλα με πάθος…Ένιωσα το στήθος της πάνω στην πλάτη μου. Είχε γίνει ένα με το κορμί μου. Δε φοβόμουν, αλλά η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Γιατί;

Σε κλάσματα δευτερολέπτου συνειδητοποίησα πως πέφταμε από ψηλά. Ακουγόταν ένα έντονο βουητό. Λες και σφύριζε έντονα αέρας πίσω της. Κάτι σα φτερούγισμα. Σαν έλικας. Σαν...σαν...σαν...Φτερά; Μα είναι δυνατόν; Ο έντονος ήχος ήταν από τα τεράστια φτερά της.

Πέφταμε προς τα κάτω με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πίσω της τη συνόδευε κάποιος άλλος. Τον ένιωσα μα τον είδα φευγαλέα με την άκρη του ματιού μου. Δε ξέρω ποιος ήταν. Τον αποχαιρέτησε σε κάποιο σημείο και τράβηξε ξαφνικά με το δεξί της χέρι ένα τεράστιο ξίφος.. Πού το είχε κρυμμένο αυτό;

«Κλείσε τα μάτια και μη φοβάσαι. Κρατήσου καλά πάνω μου» ψιθύρισε κι εγώ έκανα αυτό που με πρόσταξε.

Με μετέφερε προσεχτικά γεμάτη στοργή λες και ήμουν μωρό στην αριστερή της πλευρά. Με έσφιξε κάτω από την αριστερή της μασχάλη. Στο δεξί της χέρι κρατούσε μόνο το ξίφος της κι έκανε έντονους ελιγμούς. Απωθούσε κάτι. Έκανε αυτά τα ζικ ζακ που λέμε. Ένιωσα την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Έκανε ξιφομαχία. Ίδρωνε…Σε κάθε της κίνηση το σπαθί της πήγαινε αστραπιαία πάνω κάτω. Έδινε μάχη με κάτι. Δε ξέρω τι αλλά ήταν πολλοί αυτοί κι αυτή μία. Δεχόταν επίθεση…

«Μην ανοίξεις τα μάτια. Φτάνουμε.» είπε με ύφος έντονο.

Συνεχίσαμε να πέφτουμε, μειώθηκαν οι κινήσεις απόκρουσης και ηρέμησε η ίδια. Το ξίφος όμως δε το έκρυψε. Το κρατούσε στο δεξί της χέρι.

«Τώρα μπορείς να ανοίξεις τα μάτια» ψιθύρισε γλυκά και τρυφερά.

Κι είδα από ψηλά ένα νησί, μια θάλασσα βαθιά κι απέραντη…Ήμουν σε έδαφος ελληνικό…

«Κρατήσου θα πέσουμε μέσα στη θάλασσα της Ζακύνθου» είπε και μπλουμ πέσαμε και οι δύο μέσα στο νερό.

Εκείνη βγήκε αμέσως από το νερό πετώντας…ΚΙ είδα μια ιπτάμενη γλυκιά και όμορφη γυναίκα να στέκεται στον αέρα πάνω από μένα.Βρισκόμουν ήδη μέσα στη θάλασσα. Το κεφάλι μου ήταν έξω από το νερό. Ανέπνεα… Το νερό της θάλασσας είχε στροβιλιστεί και οι σταγόνες νερού είχαν στολίσει το κορμί της. Είχαν κολλήσει σχεδόν πάνω της. Οι σταγόνες μαγεμένες κατευθύνονταν προς τα κείνη…και την έντυναν…Κοίταξα τα μάτια της. Κι εκείνη κοίταξε τα δικά μου με τόση αγάπη…Ένιωσα αγάπη …Τόση αγάπη για αυτή τη γυναίκα.. για αυτά τα υπέροχα μάτια…

Eκείνη άρχισε να γελά …Γελούσε…Γελούσε…κι εγώ έμεινα αποσβολωμένος να την κοιτώ. Γιατί γελούσε; Γελούσε μαζί μου; Γιατί;

Άπλωσε το χέρι της μπροστά. Τέντωσε την παλάμη της. Τα δάχτυλα της ήταν ανοιχτά προς το μέρος μου. Κι ένιωσα τη θάλασσα να με τραβά προς τα μέσα…λες και υπάκουε στο χέρι της…

«Μη φοβάσαι. Έρχονται για σένα. Θα μείνω πίσω να αποκρούσω. Θα έρθω να σε βρω. Σε αγαπώ. Σε λατρεύω. Μη ξεχάσεις τα μάτια μου…καλέ μου…Ίσως με πιάσουν…αλλά θα έρθουν οι δικοί μου να με σώσουν…Μην ανησυχείς για μένα»

Τέντωσα τότε το δεξί μου χέρι προκειμένου να την αγγίξω, να την αγγίξω, να την αγγίξω…Κι άγγιξα με το δείχτη μου το δεξί της πόδι κι έμεινε ένα σημάδι εκεί σα δαχτυλικό αποτύπωμα…Το είδα. Το ένιωσε…και χαμογέλασε…

Τότε το νερό ξεκίνησε μια διαδικασία στροβιλισμού προς το εσωτερικό της θάλασσας. Με τραβούσε δηλαδή προς τα μέσα. Εκείνη πέταξε ακριβώς απέναντί μου.. Κατευθυνόταν σε μια σπηλιά που είχε ένα βράχο σα παράθυρο. Ναι, ναι, θυμήθηκα τη σπηλιά…Ήμασταν στο Κορακονήσι Ζακύνθου…

Μετά ξύπνησα γιατρέ μου…και χάθηκε το όνειρο…Η νάρκωση της επέμβασης ήταν δυνατή…Τι ωραίο όνειρο γιατρέ…Θέλω να ξαναμπώ χειρουργείο μήπως και ξαναδώ εκείνη….Γιατί μόνο με εκείνη ένιωσα αγάπη, ασφάλεια και σιγουριά…

Τίτλος:ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Συγγραφέας: Σόφη Λύσσαρη /Sophie Lyssari καθηγήτρια δημιουργικής γραφής Brunel University
πνευματικά δικαιώματα στην ελληνική γλώσσα-copyright 2017
μεταφρασμένο κείμενο από εργασία μου στη δημιουργική γραφή γραμμένο στα αγγλικά το έτος 1999 ως φοιτήτρια στο Brunel University-βαθμολογήθηκε με άριστα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου