Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Ο ΓΑΡΥΦΑΛΛΟΣ

ΑΥΣΤΗΡΑ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ

ΓΑΡΥΦΑΛΛΟΣ :

Κατάλαβα πως ζούσα μια ζωή μες στο ψέμα. Κρυβόμουν μέσα στο πλήθος σαν ηθοποιός, ενώ ήξερα πως ήμουν κάποιος άλλος. Δεν ανήκα εδώ. Τι έκανα εδώ; Τι περίμενα; Ποιον; Ποια; Tι; Ποια σωτηρία; Ποια αλλαγή; Εγκλωβισμένος σε δήθεν ευτυχισμένες στιγμές σε λάθος χρόνο με λάθος πρόσωπα. Όχι με αυτά που θυμόμουν ως δικά μου πρόσωπα.


Συναντούσα καθημερινά ανούσια πρόσωπα και βίωνα καταστάσεις. Δεμένος με αντιφάσεις σε λάθος φάσεις και στιγμές. Γερασμένος μέσα στο χρόνο, δίπλα σε ανθρώπους που μετρούσαν τα έτη στην πλάτη τους, σβήνοντας αυτά τα ηλίθια κεράκια τούρτας.

Δε γιόρταζα εγώ τα χρόνια μου. Είχα ξεχάσει να μετρώ. Κι ήθελα να ουρλιάξω. Με εκνεύριζαν οι καθωσπρεπισμοί και τα συστήματα.

Τα πάντα γύρω μου χαοτικά, γεμάτα άγχος. Όλοι σκυφτοί κοιτούσαν τα ρολόγια τους. Δε φορούσα ρολόι εγώ. Δεν μετρούσα έτσι το χρόνο. Ο χρόνος για μένα κυλούσε αλλιώς.


Η αίσθηση του χρόνου ήταν αλλιώτικη τη νύχτα. Τη νύχτα γινόμουν ο εαυτός μου. Είχα χρόνο για μένα και νοσταλγούσα τα παιδικά μου χρόνια. Ονειρευόμουν αυτή την αλλαγή, μα ένιωθα μόνος. Περίμενα αυτό το θαύμα, αλλά τα θαύματα δεν ήταν για μένα. Κάθε νύχτα κι άλλη μια νύχτα με τα όνειρά μου και τη σιωπή.


Πόσες φορές έμπαινα στο αυτοκίνητο και οδηγούσα στο πουθενά. Γιατί; Ποια ήθελα να βρω; Καμία. Τη νύχτα ή τη μοναξιά ως ερωμένη. Και πολύ μου ήταν.

Είχα κουραστεί με τα χαζο-γκομενάκια και τις μηχανικές πίπες τους. Κανένα χάδι, απλά πήδημα. Πουθενά ρομαντισμός. Παντού έβλεπα μια ψεύτικη μουνίλα, μια ηδονή χωρίς συναίσθημα. Μια ευκολία στη σάρκα. Ένα ξεπούλημα στο χρήμα. ΚΙ είχα κουραστεί να πηδάω και να μη ξέρω γιατί το κάνω. Είχα φτάσει σε μηχανικούς οργασμούς. Τα αυτιά μου άκουγαν προσποιητά ουρλιαχτά γυναικών τάχαμ από κάβλα.

Καμία αλήθεια. Όλα ψεύτικα. Ακόμα και στο σεξ. Γυμνά κορμιά χωρίς πάθος. Γυναίκες χωρίς άρωμα. Κι εγώ γινόμουν ένα άγριο θηρίο, ένας λύκος που έβγαινε τα βράδια να ψωνίσει δήθεν έρωτα.

Μια αγκαλιά ήθελα μωρέ. Πού να τη βρεις; Το σύστημα είχε απαγορεύσει και το θηλασμό. Ήταν κατακριτέος ή παλιομοδίτικος.

Οι οθόνες των τηλεοράσεων γεμάτες μπλα, μπλα, φαφλατομαλακολογίες και ψευτοφιλοσοφίες δήθεν διανοούμενων που υπηρετούσαν ένα σύστημα. Σκλάβοι παντού. Πολιτική και θρησκεία είχαν καταντήσει ένα πανηγυράκι. Όλα άλλαζαν. Όλα τα άλλαζαν κάποιοι για να αλλάζουν τους πάντες. Κι όλοι έπρεπε να πολεμούν τους άλλους με τα διαφορετικά πιστεύω κι αντιλήψεις.

Πόλεμοι και συμφέροντα. Πάσαραν στον κόσμο το δήθεν θρησκευτικό πόλεμο για να περάσει ο οικονομικός.

Τα πάντα ήταν πουλημένα σε κάποιους που ρύθμιζαν τους πάντες. Κι εμείς έπρεπε με σκυφτό το κεφάλι να ακολουθούμε. Να μας πηδάνε και να λέμε ευχαριστώ. Να φοράμε αόρατες χειροπέδες και φίμωτρα και να νομίζουμε πως είμαστε ελεύθεροι.

Το πιστέψαμε. Πιστέψαμε στη δημοκρατία, στην αξιοκρατία και στην ελευθερία.

Ποια είναι η ελευθερία αλήθεια; Ποια η δημοκρατία; Ποια η ηθική;

Κι ένιωθα τρελός μέσα στους λογικούς αρχικά. Με έλεγαν απροσάρμοστο κι επαναστάτη. Κι έφτασα να λέω εγώ εκείνους τρελούς και σκλάβους. Δεν ένιωθα σκλάβος εγώ. Ήμουν ελεύθερο πνεύμα. Είχα καταντήσει παρατηρητής ενός συστήματος που δεν ανήκα. Κι έλεγα ξυπνήστε! Σας αλλάζουν!

Κι άκουγα την ηχώ της φωνής μου. Καμία απάντηση σε τέτοιες συζητήσεις. Όλοι βιασμένοι από κούνια και δε το γνωρίζαμε. Ήμασταν αριθμοί για κάποιους που προκαλούσαν πυρηνικές εκρήξεις, πολέμους, δήθεν εμβόλια σωτηρίας, σεισμούς ή τσουνάμια για να μας αφανίσουν.

Οι ελάχιστοι «τρελοί», απλοί και φτωχοί παίρναμε μια πένα και γράφαμε στίχους κι επαναστατικά συνθήματα. Μας έδινε δύναμη αυτό. Γιατί είχαμε ψυχή ρε. Δε μπορούσαν να την πηδήξουν κι αυτή.

Έφτασα να κάνω δύο και τρεις δουλειές ταυτόχρονα για να μπορώ να καλύπτω τα βασικά. Άντε και για να ξεχνιέμαι καμιά φορά πήγαινα κάποια ταξίδια αναψυχής μακριά. Κι εκεί έβλεπα χειρότερα από όσα φανταζόμουν. Σκλάβοι, σκλάβες κι εκεί. Πορνεία, διαφθορά, ψεύτικο χρήμα κι ασχήμια.

Η φύση βιάστηκε. Τα ζώα κατάντησαν μόδα στα λουράκια τους. Τα ζώα κατάντησαν να εργάζονται νόμιμα σε οίκους ανοχής και να προσφέρουν ηδονή σε κτηνοβάτες.

Τα παιδιά έφτασαν να πωλούνται για σεξ ή όργανα.

Οι νόμοι σχεδόν ανύπαρκτοι.

Τι θα γινόταν άραγε αν για μία ώρα στον κόσμο υπήρχε κατάργηση κάθε δήθεν νόμου;

Η απόλυτη διαστροφή, το απόλυτο έγκλημα.

Κι όλα αυτά γιατί οι σκλάβοι όταν θέλουν να ξεσηκωθούν δε τα βάζουν με τα Αφεντικά τους. Τα βάζουν με τους άλλους σκλάβους. Τρέμουν τον Αφέντη πάντα. Τρέμουν

Κι επέλεξα μέσα σε όλο αυτό το χάος μία μορφή ανεξαρτησίας.
Τον έρωτα!




Σόφη Λύσσαρη
καθηγήτρια δημιουργικής γραφής Brunel University
copyright 18-10-17


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου